Ένα φάντασμα πλανιέται εδώ και βδομάδες στις γειτονιές γύρω από το σπίτι μου. Μια εικόνα, μια αίσθηση, μια «γεύση» ενός παλιού εαυτού που ούτε το ίδιο δεν μπορεί ν’ αναγνωρίσει τον εαυτό του. Σκιάχτρο προθέσεων, αντιλήψεων, πεποιθήσεων, προσδοκιών. Εικόνα φόβητρο που απωθεί, αντί να έλκει, φοβίζει, αντί να αναθαρρεί, διαχωρίζει, αντί να ενώνει. Μυρίζει κάτι από τα πολύ παλιά. Μούχλα, κλεισούρα, βρωμιά. Διαποτισμένο από την ανάγκη να διασωθεί πάση θυσία. Ότι κι αν χρειαστεί να θυσιάσει, πέρα από τον εαυτό του. Είναι αργά όμως. Έρχεται το τέλος, η ρήξη, η οδύνη, ο θάνατος. Οφείλει να μετασχηματιστεί, να παίξει με τους όρους του, να ερμηνεύσει και να ερμηνευτεί, να ταξιδέψει σε άλλα πεδία. Κι αυτό θα γίνει. Θέλει δεν θέλει. «Οι καιροί απαιτούν ν’ ακούσουμε τις θείες ανάγκες.» Κι όποιοι δεν ανταποκριθούν στα καλέσματα, σύντομα θ’ αποτελούν παρελθόν. Αυτό που τους αναλογεί δηλαδή.
Συντάχθηκε από τον Παρατηρητή