Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Το «πέτρινο» Σπίτι


Όποιος δεν έχει περπατήσει στα σοκάκια της απάνω γειτονιάς, των «πέτρινων», χάνει μια αίσθηση χρόνου από άλλες εποχές. Εκεί λοιπόν σ’ ένα δίπατο «πέτρινο», «παιδιά» των γειτονιών μας έχουν μαζέψει το μεράκι τους, τα όνειρά τους και τις επιθυμίες τους, μα πάνω απ’ όλα τη φλόγα της ψυχής τους κι έχουν βρει τρόπους να τα διαχέουν σιγά-σιγά στον τόπο αυτό.

Ένα φιλόξενο «σπίτι» που δεν κερνάει μόνο καφέ, τσάι και κουβεντούλα για όλα, αλλά αλληλεγγύη, μοίρασμα, νοιάξιμο και «αυτιά». Αυτιά ανθρώπων ν’ ακούσουν, καρδιές να νοιώσουν, χέρια να στηρίξουν και να υπερασπιστούν.

Όποιος λοιπόν ανηφορίσει σε κείνα τα γραφικά σοκάκια με τα πέτρινα σπίτια και τις αυλές με λουλούδια, θα συναντήσει πολλές φορές τη βδομάδα εκείνο το «σπίτι» να έχει ανοικτά τα φώτα, να γεμίζει με κόσμο, με κουβέντες, με χαμόγελα. Με κόσμο που πάει να ανακουφίσει τον σωματικό του πόνο, αλλά κι εκείνον της ψυχής. Κι όλα αυτά αποτέλεσμα της δουλειάς που γίνεται όλα αυτά τα χρόνια στις συνελεύσεις των γειτονιών μας.

Αξίζει τον κόπο λοιπόν, να σπάσει κάποιος τη μοναξιά του ή το φόβο του απέναντι στο άγνωστο και στους αγνώστους ή την προκατάληψή του για κείνα τα «παιδιά» και να βρεθεί μαζί τους για ν’ ονειρευτεί και να κάνει τα όνειρα πραγματικότητα!

Να κτίσουμε το καινούργιο μας Σπίτι!

Γιατί όλα τ’ άλλα τα «σπίτια» καταρρέουν και θα πάρουν και τους «ενοίκους» τους μαζί.

(το σπίτι λειτουργεί για όλους μας ως χώρος παροχής φροντίδων υγείας κάθε Τρίτη και Τετάρτη 5 με 8 το απόγευμα)



Συντάχθηκε από τον Πυροφόρο

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Οι Φωνές


Τον τελευταίο καιρό όπου πάω ακούω φωνές. Φωνές που προσπαθούν να πουν κάτι αλλά χάνονται σε μια αμήχανη «σιωπή». Δειλές προσπάθειες να εκφράσουν μια αγωνία. Την αγωνία της ανυπαρξίας. Στα σοκάκια, στους πάλαι ποτέ πολύβουους δρόμους που παρουσιάζουν μια ανήσυχη έλλειψη «κυκλοφορίας». Παγωμένες όπως και το αίμα των ανθρώπων. Κι όμως. Ψελλίσματα εδώ, ψελλίσματα εκεί, κάτι πάει να ειπωθεί μα δεν λέγεται.  Τα μάτια, εκείνα τα μάτια τα λένε όλα. Τόσο δυνατά, τόσο παθιασμένα. Αλλά τα χείλη κλειστά, σφραγισμένα λες και θα βγει η τελευταία τους πνοή αν τολμήσουν να εκφράσουν αυτό που αισθάνονται. Αυτό που τους συγκλονίζει. Η αλήθεια. Εκείνη που δεν τολμούν καν να σκεφτούν. Τώρα. Όχι «αύριο». Εδώ. Όχι «εκεί». Εμείς. Όχι «αυτοί». Περπατώ στην γειτονιά που αγαπώ. Ακόμα συναντώ ανθρώπους που δεν γνωρίζω. Έστω κι αν ζω τόσα πολλά χρόνια μαζί τους. Ευοίωνο. Το κρατώ σφιχτά και χαμογελώ. Ναι, αυτό είναι. Αυτό που διώχνει «εκείνον». Τον μέγα Φ. Και «κείνην». Την τρομακτική Α. Ένας ήσυχος θόρυβος πλανιέται. Τώρα ξέρω. Και το χαμόγελο δυναμώνει. Γίνεται γέλιο. Και παρασύρει. Κι άλλους. Πολλούς. Είναι η έλξη που δεν αφήνει τίποτα στο πέρασμά της. Να μπορούσα να τους το πω. Αλλά έστω. Σε λίγο θα το ξέρουν μόνοι τους.

Θα τους το πουν. «Εκείνες».



Συντάχθηκε από τον Παρατηρητή