Τον τελευταίο καιρό όπου πάω ακούω φωνές. Φωνές που προσπαθούν να πουν κάτι αλλά χάνονται σε μια αμήχανη «σιωπή». Δειλές προσπάθειες να εκφράσουν μια αγωνία. Την αγωνία της ανυπαρξίας. Στα σοκάκια, στους πάλαι ποτέ πολύβουους δρόμους που παρουσιάζουν μια ανήσυχη έλλειψη «κυκλοφορίας». Παγωμένες όπως και το αίμα των ανθρώπων. Κι όμως. Ψελλίσματα εδώ, ψελλίσματα εκεί, κάτι πάει να ειπωθεί μα δεν λέγεται. Τα μάτια, εκείνα τα μάτια τα λένε όλα. Τόσο δυνατά, τόσο παθιασμένα. Αλλά τα χείλη κλειστά, σφραγισμένα λες και θα βγει η τελευταία τους πνοή αν τολμήσουν να εκφράσουν αυτό που αισθάνονται. Αυτό που τους συγκλονίζει. Η αλήθεια. Εκείνη που δεν τολμούν καν να σκεφτούν. Τώρα. Όχι «αύριο». Εδώ. Όχι «εκεί». Εμείς. Όχι «αυτοί». Περπατώ στην γειτονιά που αγαπώ. Ακόμα συναντώ ανθρώπους που δεν γνωρίζω. Έστω κι αν ζω τόσα πολλά χρόνια μαζί τους. Ευοίωνο. Το κρατώ σφιχτά και χαμογελώ. Ναι, αυτό είναι. Αυτό που διώχνει «εκείνον». Τον μέγα Φ. Και «κείνην». Την τρομακτική Α. Ένας ήσυχος θόρυβος πλανιέται. Τώρα ξέρω. Και το χαμόγελο δυναμώνει. Γίνεται γέλιο. Και παρασύρει. Κι άλλους. Πολλούς. Είναι η έλξη που δεν αφήνει τίποτα στο πέρασμά της. Να μπορούσα να τους το πω. Αλλά έστω. Σε λίγο θα το ξέρουν μόνοι τους.
Θα τους το πουν. «Εκείνες».
Συντάχθηκε από τον Παρατηρητή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου