Είμαι ψηλά. Πάνω από την γειτονιά μου. Δεν θέλω να φύγω από τον λόφο, τον λόφο μου, αλλά έχω αργήσει. Κατηφορίζω την Κοίλης, βλέπω τα λαξεύματα και παρασύρομαι στην αναπόληση. Πώς να ‘ταν τότε. Βλέπω κάρα, ανθρώπους, σπίτια σκαρφαλωμένα στα βράχια. Γρηγοροπατώ και βρίσκομαι στην πλατεία. Πάλι ανάμεσα σε οικείους. Δεν έχουμε αρχίσει ακόμα. Πηγαδάκια (πόσο μ’ αρέσει αυτή η λέξη) από παρέες. Ξεκινάει η συνέλευση. Ως συνήθως τον τελευταίο καιρό, μουδιασμένα. Είναι όμως η συνέλευση, ή οι ψυχές μας; Ψάχνονται οι λέξεις, ψάχνονται τα πρόσωπα, ψάχνονται τα πατήματα. Όλα τρεκλίζουν. Μπερδεμένα όλα, μας παρασύρουν στο μέσα μας. Στις «γαλαρίες» της συνέλευσης, πηγαδάκια από αστεία, γέλια, φαγητό και καμμιά μπύρα. Ψάχνουμε να βρούμε τα μάτια που γυαλίζουν. Εκείνα τα φλεγόμενα που θα μας ωθήσουν στην τρέλα της υπέρβασης. Μήπως είναι νωρίς; Δεν ξέρω. Πραγματικά. Προσπαθώ να μην αφεθώ στην «τρέλα» εκείνου του τύπου που χαμογελάει, παίζει, προβοκάρει, αντιστέκεται, πειράζει και φλερτάρει τα πάντα και τους πάντες. Μήπως δεν είναι τρελός; Μήπως ακολουθεί το ένστικτό του, ή απλά ικανοποιεί την εγωπάθειά του; Η θεματολογία με ωθεί να ταξιδέψω. «Φεύγω» για λίγο και περπατώ ξανά στους δρόμους της γειτονιάς μου. Αλλού ησυχία, αλλού βουή. Έτσι είναι και το μέσα μου. Μέσα κι έξω, εναρμονισμένα. Αλλά όχι εδώ. Περίεργη η αίσθηση της συνέλευσης σήμερα. Κάτι προσπαθεί να ειπωθεί, αλλά δεν λέγεται. Οι παρεούλες γύρω από τον «κύκλο», ζωηρεύουν ακόμα πιο πολύ. Όπως ζωηρεύει το φυσερό την φωτιά. Λες και θέλουν να αποσπάσουν την προσοχή της συνέλευσης σε κάτι πιο ουσιαστικό: την ανάγκη της συνεύρεσης κι όχι ενός καθήκοντος. Είναι ώρα να φύγω, μα τώρα σώμα και ψυχή μαζί. «Θα ξαναβρεθούμε», λέω από μέσα μου. «Το υπόσχομαι» και χαμογελώ. Άλλωστε «κανείς δεν μπορεί μόνος του», πια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου